top of page

Νευροενδοκρινείς Νεοπλασίες Γαστρεντερικού & Παγκρέατος

GEP-NETs • Λειτουργικοί όγκοι • Νευροενδοκρινικά καρκινώματα (NECs)

Οι νευροενδοκρινείς νεοπλασίες του γαστρεντερικού συστήματος και του παγκρέατος δεν αποτελούν μία ενιαία νόσο. Μπορούν να προέρχονται από διαφορετικά όργανα —όπως το στομάχι, το λεπτό έντερο, το πάγκρεας, το παχύ έντερο ή το ορθό— και να διαφέρουν σημαντικά ως προς τη βιολογική συμπεριφορά, τον ρυθμό ανάπτυξης και τις θεραπευτικές επιλογές.

​

Η σωστή αξιολόγηση βασίζεται όχι μόνο στο σημείο προέλευσης αλλά και στη διαφοροποίηση του όγκου, τον αριθμό των μιτώσεων και το Ki-67, το στάδιο της νόσου —δηλαδή πόσο και πού έχει επεκταθεί—, την έκφραση υποδοχέων σωματοστατίνης και, όταν υπάρχει, την παραγωγή ορμονών ή άλλων βιοδραστικών ουσιών. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα στους νευροενδοκρινείς όγκους του παγκρέατος, πρόσθετες πληροφορίες από το μοριακό προφίλ του όγκου μπορούν να συμβάλουν στην πληρέστερη κατανόηση της βιολογίας της νόσου. Ο συνδυασμός όλων αυτών των δεδομένων βοηθά να προσδιοριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η συμπεριφορά του όγκου και να σχεδιαστεί η κατάλληλη θεραπευτική στρατηγική.

​

Η ίδια διάγνωση «νευροενδοκρινικός όγκος» μπορεί επομένως να αντιστοιχεί σε πολύ διαφορετική νόσο και να απαιτεί διαφορετική θεραπευτική αντιμετώπιση.

Πότε μπορεί να είναι χρήσιμη μια εξειδικευμένη αξιολόγηση;

Στις νευροενδοκρινείς νεοπλασίες του γαστρεντερικού και του παγκρέατος, η θεραπευτική στρατηγική μπορεί να διαφέρει σημαντικά ανάλογα με το όργανο προέλευσης, τη διαφοροποίηση και τον βαθμό του όγκου, την έκφραση υποδοχέων σωματοστατίνης και την προηγούμενη πορεία της νόσου. Όταν υπάρχει αβεβαιότητα ως προς την ακριβή ταξινόμηση ή πρέπει να ληφθεί μια σημαντική θεραπευτική απόφαση, η συνολική επανεκτίμηση του φακέλου μπορεί να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια.

Από ποιο όργανο προέρχεται ο όγκος;

Η εντόπιση του πρωτοπαθούς όγκου έχει ουσιαστική σημασία, επειδή νευροενδοκρινείς όγκοι που ξεκινούν από διαφορετικά όργανα μπορεί να έχουν διαφορετική βιολογική συμπεριφορά, συμπτώματα, μοριακά χαρακτηριστικά και θεραπευτικές επιλογές.

Στομάχι

Οι γαστρικοί NETs αποτελούν ετερογενή ομάδα και μπορεί να σχετίζονται με διαφορετικούς μηχανισμούς υπεργαστριναιμίας. Η ταξινόμησή τους, μαζί με το μέγεθος, το grade, το βάθος διήθησης και την παρουσία μεταστατικής νόσου, επηρεάζει ουσιαστικά την αντιμετώπιση.

Δωδεκαδάκτυλο

Οι NETs του δωδεκαδακτύλου έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και μπορεί να είναι λειτουργικοί ή μη λειτουργικοί. Η θέση τους, το μέγεθος, το grade και η πιθανή ορμονική δραστηριότητα έχουν σημασία για την επιλογή μεταξύ ενδοσκοπικής, χειρουργικής ή άλλης θεραπευτικής προσέγγισης.

Λεπτό έντερο

Οι NETs του λεπτού εντέρου, ιδιαίτερα του ειλεού, έχουν συχνά σχετικά βραδεία πορεία, αλλά μπορεί να διαγνωστούν όταν υπάρχει ήδη λεμφαδενική ή ηπατική νόσος. Σε μέρος των ασθενών μπορεί να εμφανιστεί καρκινοειδές σύνδρομο. Η πλήρης σταδιοποίηση και η λειτουργική απεικόνιση έχουν ιδιαίτερη σημασία για τον σχεδιασμό της θεραπείας.

Πάγκρεας

Οι παγκρεατικοί NETs παρουσιάζουν σημαντική βιολογική ετερογένεια και μπορεί να είναι λειτουργικοί ή μη λειτουργικοί. Το grade, το στάδιο, η έκφραση υποδοχέων σωματοστατίνης και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, το μοριακό προφίλ συμβάλλουν στη συνολική θεραπευτική εκτίμηση.

Ορθό & παχύ έντερο

Οι νευροενδοκρινείς νεοπλασίες του ορθού και του παχέος εντέρου μπορεί να έχουν πολύ διαφορετική συμπεριφορά. Μικροί, καλά διαφοροποιημένοι ορθικοί NETs συχνά αντιμετωπίζονται τοπικά, ενώ μεγαλύτεροι, υψηλότερου grade ή πτωχά διαφοροποιημένοι όγκοι απαιτούν διαφορετική και συχνά πολυτροπική προσέγγιση.

Σκωληκοειδής απόφυση

Οι νευροενδοκρινείς όγκοι της σκωληκοειδούς απόφυσης ανακαλύπτονται συχνά τυχαία μετά από σκωληκοειδεκτομή. Η περαιτέρω αντιμετώπιση εξαρτάται από χαρακτηριστικά όπως το μέγεθος του όγκου, το grade, τα όρια εκτομής και άλλα παθολογοανατομικά ευρήματα, και σε αρκετές περιπτώσεις η αρχική χειρουργική επέμβαση μπορεί να είναι επαρκής.

NET ή NEC; Τι σημαίνουν η διαφοροποίηση και το grade;

Η διαφοροποίηση και το grade δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η διαφοροποίηση περιγράφει πόσο τα καρκινικά κύτταρα διατηρούν τα μορφολογικά χαρακτηριστικά ενός νευροενδοκρινικού όγκου - πόσο μοιάζουν με το υγιές κύτταρο από το οποίο προήλθαν -, ενώ το grade εκτιμά πόσο έντονα πολλαπλασιάζεται ο όγκος, κυρίως με βάση τον αριθμό των μιτώσεων και τον δείκτη Ki-67.

​

Για τον λόγο αυτό, ένας νευροενδοκρινής όγκος μπορεί να είναι καλά διαφοροποιημένος αλλά G3, χωρίς να αποτελεί νευροενδοκρινικό καρκίνωμα (NEC). Η διάκριση αυτή έχει ουσιαστική σημασία, επειδή οι δύο κατηγορίες έχουν διαφορετική βιολογία και μπορεί να απαιτούν διαφορετική θεραπευτική προσέγγιση.

Καλά διαφοροποιημένος NET

G1

Χαμηλός ρυθμός κυτταρικού πολλαπλασιασμού — τα κύτταρα του όγκου διαιρούνται σχετικά αργά.

G2

Ενδιάμεσος ρυθμός κυτταρικού πολλαπλασιασμού — τα κύτταρα διαιρούνται πιο γρήγορα σε σχέση με έναν G1 όγκο.

G3

Υψηλός ρυθμός κυτταρικού πολλαπλασιασμού — τα κύτταρα διαιρούνται γρήγορα, αλλά ο όγκος διατηρεί τη μορφολογία ενός καλά διαφοροποιημένου NET.

​

Τα NET G3 αποτελούν ξεχωριστή βιολογική κατηγορία και παρατηρούνται συχνότερα στο πάγκρεας, αλλά μπορούν να εμφανιστούν και σε άλλες θέσεις του πεπτικού.

Πτωχά διαφοροποιημένο NEC

Τα νευροενδοκρινικά καρκινώματα (NECs) είναι υψηλού βαθμού κακοήθειας, πτωχά διαφοροποιημένες νεοπλασίες και διακρίνονται μορφολογικά σε small-cell και large-cell τύπο. Έχουν διαφορετική μοριακή βιολογία και συνήθως πιο επιθετική κλινική συμπεριφορά από τα καλά διαφοροποιημένα NETs. Τα NECs είναι εξ ορισμού υψηλού grade και δεν ταξινομούνται σε G1, G2 και G3 όπως τα καλά διαφοροποιημένα NETs.

NET G3 ≠ NEC

Ένας υψηλός δείκτης Ki-67 από μόνος του δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί ένας όγκος ως NEC. Για την ακριβή ταξινόμηση συνεκτιμώνται η μορφολογία του όγκου, ο αριθμός των μιτώσεων, το Ki-67 και, σε ορισμένες δύσκολες περιπτώσεις, πρόσθετα ανοσοϊστοχημικά ή μοριακά χαρακτηριστικά.

​

Στους νευροενδοκρινείς όγκους του παγκρέατος, για παράδειγμα, αλλοιώσεις σε MEN1, DAXX ή ATRX συναντώνται συχνότερα στα καλά διαφοροποιημένα NETs, ενώ ανώμαλη έκφραση p53 ή απώλεια RB1 είναι περισσότερο χαρακτηριστικές των πτωχά διαφοροποιημένων NECs.

Λειτουργικοί νευροενδοκρινείς όγκοι και ορμονικά σύνδρομα

Ορισμένοι νευροενδοκρινείς όγκοι μπορούν να εκκρίνουν ορμόνες ή άλλες βιοδραστικές ουσίες σε ποσότητες που προκαλούν συγκεκριμένα συμπτώματα. Οι όγκοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως λειτουργικοί. Η διάγνωση ενός λειτουργικού συνδρόμου δεν βασίζεται μόνο στην παρουσία μιας ορμόνης στον όγκο, αλλά στον συνδυασμό χαρακτηριστικών συμπτωμάτων και κατάλληλης βιοχημικής τεκμηρίωσης.

​

Η αναγνώριση του ορμονικού συνδρόμου έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή συχνά απαιτεί ειδική αντιμετώπιση των συμπτωμάτων παράλληλα με τη θεραπεία του ίδιου του όγκου. Διαφορετικά σύνδρομα μπορεί να απαιτούν διαφορετικό βιοχημικό έλεγχο, απεικόνιση και θεραπευτική στρατηγική.

Καρκινοειδές σύνδρομο

Προκαλείται από την κυκλοφορία βιοδραστικών ουσιών, κυρίως σεροτονίνης, και παρατηρείται συχνότερα σε NETs του λεπτού εντέρου. Μπορεί να εκδηλωθεί με εξάψεις, διάρροια, κοιλιακές ενοχλήσεις ή συριγμό. Σε ασθενείς με εγκατεστημένο σύνδρομο χρειάζεται επίσης αξιολόγηση για πιθανή προσβολή των καρδιακών βαλβίδων (carcinoid heart disease).

Ινσουλίνωμα

Το ινσουλίνωμα είναι λειτουργικός παγκρεατικός NET που προκαλεί ακατάλληλη έκκριση ινσουλίνης και επεισόδια υπογλυκαιμίας. Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν εφίδρωση, τρόμο, ταχυκαρδία, σύγχυση ή ακόμη και απώλεια συνείδησης και συχνά βελτιώνονται μετά τη λήψη γλυκόζης.

Γαστρίνωμα / σύνδρομο Zollinger–Ellison

Η υπερβολική παραγωγή γαστρίνης προκαλεί αυξημένη έκκριση γαστρικού οξέος και μπορεί να οδηγήσει σε υποτροπιάζοντα ή πολλαπλά πεπτικά έλκη, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση και διάρροια. Τα γαστρινώματα μπορεί να εντοπίζονται στο πάγκρεας ή στο δωδεκαδάκτυλο και σε ορισμένες περιπτώσεις σχετίζονται με κληρονομικά σύνδρομα όπως το MEN1.

Σπανιότερα λειτουργικά σύνδρομα

Σπανιότεροι λειτουργικοί παγκρεατικοί NETs μπορεί να εκκρίνουν γλυκαγόνη, VIP, σωματοστατίνη, ACTH ή άλλες ορμόνες, προκαλώντας διαφορετικές κλινικές εικόνες. Η αναγνώριση του συγκεκριμένου συνδρόμου καθορίζει τόσο τον απαραίτητο βιοχημικό έλεγχο όσο και την άμεση αντιμετώπιση των συμπτωμάτων.

Η θεραπεία αφορά τόσο τον όγκο όσο και το ορμονικό σύνδρομο

Σε έναν λειτουργικό NET, η θεραπευτική στρατηγική έχει δύο παράλληλους στόχους: τον έλεγχο της νόσου και τον έλεγχο της υπερβολικής ορμονικής έκκρισης και των συμπτωμάτων που αυτή προκαλεί.

Πώς γίνεται η διάγνωση και η σταδιοποίηση;

Η αξιολόγηση ενός νευροενδοκρινικού όγκου δεν βασίζεται σε μία μόνο εξέταση. Χρειάζεται να συνδυαστούν η παθολογοανατομική διάγνωση με την ανατομική και λειτουργική απεικόνιση και, όταν υπάρχει σχετική ένδειξη, με εξειδικευμένο βιοχημικό ή μοριακό έλεγχο. Στόχος είναι να προσδιοριστούν με ακρίβεια ο τύπος και η βιολογία του όγκου, το σημείο προέλευσης και το στάδιο της νόσου —δηλαδή πόσο και πού έχει επεκταθεί—

1. Ιστολογική διάγνωση, διαφοροποίηση και grade

Η εξέταση του ιστού αποτελεί τη βάση της διάγνωσης. Ο παθολογοανατόμος αξιολογεί τη μορφολογία και τη διαφοροποίηση του όγκου, τον αριθμό των μιτώσεων και τον δείκτη Ki-67, ώστε να καθοριστούν ο τύπος και το grade της νεοπλασίας. Σε ορισμένες δύσκολες περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθεί πρόσθετος ανοσοϊστοχημικός ή μοριακός έλεγχος για την ακριβή ταξινόμηση.

2. Αξονική και μαγνητική τομογραφία

Η αξονική και η μαγνητική τομογραφία χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση του πρωτοπαθούς όγκου και της συνολικής έκτασης της νόσου. Η επιλογή της κατάλληλης τεχνικής εξαρτάται από την εντόπιση και το κλινικό ερώτημα. Η MRI έχει ιδιαίτερη αξία στην εκτίμηση του ήπατος, ενώ εξειδικευμένα πρωτόκολλα CT ή MRI μπορούν να προσφέρουν λεπτομερή αξιολόγηση παγκρεατικών και άλλων GEP-NETs.

3. Ενδοσκόπηση και ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα

Ανάλογα με το σημείο προέλευσης, η ενδοσκόπηση μπορεί να είναι καθοριστική τόσο για τη διάγνωση όσο και για την εκτίμηση της τοπικής έκτασης. Το ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα (EUS) έχει ιδιαίτερη χρησιμότητα σε επιλεγμένους όγκους του παγκρέατος, του στομάχου και του δωδεκαδακτύλου και μπορεί να βοηθήσει στη λήψη ιστού ή στον σχεδιασμό της θεραπευτικής παρέμβασης.

4. SSTR PET/CT — λειτουργική απεικόνιση

Η PET/CT απεικόνιση των υποδοχέων σωματοστατίνης, όπως με DOTATATE ή DOTATOC, μπορεί να αναδείξει τη συνολική κατανομή της SSTR-θετικής νόσου σε ολόκληρο το σώμα. Έχει σημαντικό ρόλο στη σταδιοποίηση πολλών καλά διαφοροποιημένων NETs και προσφέρει κρίσιμες πληροφορίες όταν εξετάζεται θεραπεία που στοχεύει τους υποδοχείς σωματοστατίνης, όπως το PRRT.

5. FDG PET/CT και βιολογική ετερογένεια

Η FDG PET/CT δεν είναι απαραίτητη σε κάθε NET. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις —ιδίως όταν υπάρχει υψηλότερο grade, ταχεία εξέλιξη ή διαφορά μεταξύ της αναμενόμενης και της πραγματικής συμπεριφοράς της νόσου— μπορεί να προσθέσει πληροφορίες για τη μεταβολική δραστηριότητα και τη βιολογική ετερογένεια του όγκου. Η συνεκτίμησή της με την SSTR απεικόνιση μπορεί να αναδείξει διαφορετικούς πληθυσμούς νόσου στον ίδιο ασθενή.

Εξειδικευμένος βιοχημικός και ορμονικός έλεγχος

Όταν υπάρχουν συμπτώματα που υποδηλώνουν λειτουργικό σύνδρομο, ο εργαστηριακός έλεγχος κατευθύνεται προς τη συγκεκριμένη ορμόνη ή βιοδραστική ουσία. Δεν είναι απαραίτητο όλοι οι ασθενείς να υποβάλλονται στον ίδιο εκτεταμένο ορμονικό έλεγχο. Η επιλογή των εξετάσεων πρέπει να βασίζεται στην κλινική εικόνα, στον τύπο και στην εντόπιση του όγκου.

Δεν χρειάζονται όλες οι εξετάσεις σε όλους τους ασθενείς
 

Ο κατάλληλος διαγνωστικός έλεγχος εξαρτάται από την εντόπιση, τη διαφοροποίηση και το grade του όγκου, το στάδιο της νόσου, τα συμπτώματα και το συγκεκριμένο θεραπευτικό ερώτημα.

Πώς επιλέγεται η κατάλληλη θεραπεία;

Δεν υπάρχει μία θεραπεία κατάλληλη για όλους τους νευροενδοκρινείς όγκους. Η επιλογή εξαρτάται από το όργανο προέλευσης, τη διαφοροποίηση και το grade, την έκταση και τον ρυθμό εξέλιξης της νόσου, τα συμπτώματα, την έκφραση υποδοχέων σωματοστατίνης και τις θεραπείες που έχουν ήδη προηγηθεί. Σημασία έχει επίσης αν ο θεραπευτικός στόχος είναι η ίαση, ο μακροχρόνιος έλεγχος της νόσου, η γρήγορη συρρίκνωση του όγκου ή ο έλεγχος ενός λειτουργικού συνδρόμου. Η θεραπευτική ακολουθία συχνά επανεκτιμάται καθώς μεταβάλλεται η βιολογία και η έκταση της νόσου.

1. Χειρουργική και ενδοσκοπική θεραπεία

Όταν η νόσος είναι εντοπισμένη, η χειρουργική εξαίρεση μπορεί να προσφέρει οριστική θεραπεία. Σε μικρούς NETs συγκεκριμένων εντοπίσεων, όπως του στομάχου, του δωδεκαδακτύλου ή του ορθού, μπορεί σε επιλεγμένες περιπτώσεις να είναι κατάλληλη η ενδοσκοπική αφαίρεση. Η έκταση της επέμβασης εξαρτάται από το όργανο προέλευσης, το μέγεθος, το grade, το βάθος διήθησης και την παρουσία λεμφαδενικής ή μεταστατικής νόσου.

2. Ανάλογα σωματοστατίνης

Τα ανάλογα σωματοστατίνης, όπως η οκτρεοτίδη και η λανρεοτίδη, χρησιμοποιούνται σε πολλούς καλά διαφοροποιημένους NETs. Μπορούν να συμβάλουν τόσο στον έλεγχο της ανάπτυξης της νόσου όσο και, στους λειτουργικούς όγκους, στον έλεγχο της ορμονικής υπερέκκρισης και των συμπτωμάτων. Η έκφραση υποδοχέων σωματοστατίνης και η συνολική βιολογία του όγκου συνεκτιμώνται στην επιλογή τους.

PRRT — θεραπεία με ραδιοσημασμένα πεπτίδια

Σε ασθενείς με καλά διαφοροποιημένους, SSTR-θετικούς GEP-NETs, το PRRT με ^177Lu-DOTATATE μπορεί να αποτελέσει σημαντική θεραπευτική επιλογή. Η SSTR PET/CT χρησιμοποιείται για να επιβεβαιωθεί ότι η νόσος εκφράζει επαρκώς τον θεραπευτικό στόχο. Η θέση του PRRT στην ακολουθία των θεραπειών εξαρτάται από το grade, την προηγούμενη θεραπεία, την έκταση και τον ρυθμό εξέλιξης της νόσου.

4. Στοχευμένες συστηματικές θεραπείες

Σε προχωρημένους, προοδευτικούς καλά διαφοροποιημένους NETs μπορούν να χρησιμοποιηθούν φάρμακα που αναστέλλουν συγκεκριμένες οδούς ανάπτυξης του όγκου. Το everolimus έχει καθιερωμένο ρόλο σε παγκρεατικούς NETs και σε επιλεγμένους μη λειτουργικούς NETs του γαστρεντερικού, ενώ το sunitinib αποτελεί επιλογή ειδικά για προοδευτικούς παγκρεατικούς NETs. Πλέον, το cabozantinib αποτελεί επίσης εγκεκριμένη ευρωπαϊκή θεραπευτική επιλογή σε προηγουμένως θεραπευμένους, προχωρημένους καλά διαφοροποιημένους παγκρεατικούς και εξωπαγκρεατικούς NETs.

5. Χημειοθεραπεία

Η χημειοθεραπεία έχει σημαντικό ρόλο σε επιλεγμένους καλά διαφοροποιημένους NETs, ιδιαίτερα σε παγκρεατικούς όγκους και σε νόσο με υψηλότερο grade, ταχύτερη εξέλιξη ή ανάγκη για σημαντική συρρίκνωση του όγκου. Η επιλογή του σχήματος και η θέση του στη θεραπευτική ακολουθία εξατομικεύονται ανάλογα με τη βιολογία της νόσου και τις προηγούμενες θεραπείες.

6. Τοπικές θεραπείες και αντιμετώπιση μεταστάσεων

Σε επιλεγμένους ασθενείς, ιδιαίτερα όταν η νόσος εντοπίζεται κυρίως στο ήπαρ ή σε περιορισμένο αριθμό εστιών, μπορεί να χρησιμοποιηθούν τοπικές θεραπευτικές παρεμβάσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται χειρουργικές επεμβάσεις, τεχνικές θερμικής κατάλυσης ή κρυοαφαίρεσης, ενδαρτηριακές θεραπείες του ήπατος και, σε κατάλληλες περιπτώσεις, στερεοτακτική ακτινοθεραπεία. Η επιλογή τους γίνεται στο πλαίσιο της συνολικής θεραπευτικής στρατηγικής και όχι απομονωμένα.

7. Νευροενδοκρινικά καρκινώματα (NECs)

Τα πτωχά διαφοροποιημένα νευροενδοκρινικά καρκινώματα (NECs) αποτελούν διαφορετική βιολογική οντότητα και αντιμετωπίζονται διαφορετικά από τους καλά διαφοροποιημένους NETs. Στη μεταστατική νόσο, βασική θεραπευτική επιλογή πρώτης γραμμής αποτελεί συνδυασμός πλατινούχου φαρμάκου με ετοποσίδη, ενώ η επιλογή μεταγενέστερων θεραπειών εξαρτάται από την ανταπόκριση, τη διάρκεια ελέγχου και τα χαρακτηριστικά του όγκου. Ο μοριακός έλεγχος μπορεί σε επιλεγμένες περιπτώσεις να αναδείξει θεραπευτικά αξιοποιήσιμα χαρακτηριστικά.

Η σωστή θεραπευτική ακολουθία έχει εξίσου μεγάλη σημασία με την επιλογή της κάθε μεμονωμένης θεραπείας

Στους νευροενδοκρινείς όγκους υπάρχουν συχνά πολλές διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποια θεραπεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί, αλλά πότε, με ποια σειρά και με ποιον θεραπευτικό στόχο. Η στρατηγική επανεκτιμάται καθώς μεταβάλλονται η έκταση, ο ρυθμός εξέλιξης και η βιολογία της νόσου.

Μοριακά χαρακτηριστικά και νεότερες ερευνητικές κατευθύνσεις

Παγκρεατικοί νευροενδοκρινείς όγκοι Στους καλά διαφοροποιημένους παγκρεατικούς NETs έχουν περιγραφεί συχνές αλλοιώσεις σε γονίδια όπως τα MEN1, DAXX και ATRX, καθώς και σε γονίδια που συμμετέχουν στη σηματοδοτική οδό mTOR. Οι αλλοιώσεις αυτές σχετίζονται με μηχανισμούς όπως η ρύθμιση της χρωματίνης, η διατήρηση των τελομερών και ο έλεγχος της κυτταρικής ανάπτυξης, αναδεικνύοντας ότι οι παγκρεατικοί NETs αποτελούν μοριακά ετερογενή ομάδα όγκων. DAXX / ATRX και διατήρηση των τελομερών Η απώλεια της λειτουργίας των DAXX ή ATRX συνδέεται σε ένα μέρος των παγκρεατικών NETs με τον μηχανισμό εναλλακτικής επιμήκυνσης των τελομερών (ALT). Τα χαρακτηριστικά αυτά έχουν σημαντική βιολογική και ερευνητική αξία, αλλά δεν χρησιμοποιούνται σήμερα ως καθιερωμένοι βιοδείκτες ρουτίνας για την επιλογή συγκεκριμένης συστηματικής θεραπείας. NET G3 και NEC: διαφορετική μοριακή βιολογία Η μοριακή ανάλυση μπορεί επίσης να προσφέρει πρόσθετη υποστήριξη σε δύσκολες περιπτώσεις διάκρισης ενός καλά διαφοροποιημένου NET G3 από ένα πτωχά διαφοροποιημένο NEC. Στα παγκρεατικά NETs παρατηρούνται συχνότερα αλλοιώσεις του άξονα MEN1/DAXX/ATRX, ενώ στα παγκρεατικά NECs είναι πολύ συχνότερες οι διαταραχές των TP53 και RB1. Η μορφολογία, ωστόσο, παραμένει θεμελιώδης για τη διάγνωση και τα μοριακά χαρακτηριστικά συνεκτιμώνται στο συνολικό παθολογοανατομικό πλαίσιο. Μία σημαντική διάκριση: σωματική και κληρονομική μετάλλαξη Η ανεύρεση μιας αλλοίωσης του MEN1 μέσα στον ίδιο τον όγκο δεν σημαίνει από μόνη της ότι ο ασθενής έχει το κληρονομικό σύνδρομο MEN1. Άλλο είναι μια επίκτητη (σωματική) αλλοίωση που περιορίζεται στα καρκινικά κύτταρα και άλλο μια κληρονομική (germline) μετάλλαξη που υπάρχει σε όλα τα κύτταρα του οργανισμού. Όταν το προσωπικό ή οικογενειακό ιστορικό δημιουργεί σχετική υποψία, μπορεί να απαιτηθεί εξειδικευμένη γενετική συμβουλευτική και germline έλεγχος. Μεγάλες γονιδιωματικές μελέτες έχουν επιβεβαιώσει ότι ένα υποσύνολο των PanNETs σχετίζεται με κληρονομικές γενετικές αλλοιώσεις. Η μοριακή πληροφορία δεν αντικαθιστά την ιστολογική διάγνωση, το Ki-67, την απεικόνιση ή την κλινική εικόνα. Αποτελεί ένα επιπλέον επίπεδο πληροφορίας που, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της βιολογίας της νόσου, στη διαφορική διάγνωση και στην αξιολόγηση πιθανών ερευνητικών ή θεραπευτικών επιλογών.

Συχνές Ερωτήσεις

Επιστημονικές πηγές & κατευθυντήριες οδηγίες

WHO Classification of Tumours Editorial Board. Endocrine and Neuroendocrine Tumours. WHO Classification of Tumours, 5th ed., Volume 10. IARC; 2025. Panzuto F, et al. ENETS 2023 guidance paper for gastroduodenal NETs G1–G3. J Neuroendocrinol. 2023. Kos-Kudła B, et al. ENETS 2023 guidance paper for nonfunctioning pancreatic NETs. J Neuroendocrinol. 2023. Hofland J, et al. ENETS 2023 guidance paper for functioning pancreatic NET syndromes. J Neuroendocrinol. 2023. Lamarca A, et al. ENETS 2024 guidance paper for well-differentiated small-intestinal NETs. J Neuroendocrinol. 2024. Rinke A, et al. ENETS 2023 guidance paper for colorectal neuroendocrine tumours. J Neuroendocrinol. 2023. ENETS 2023 guidance paper for appendiceal NETs. J Neuroendocrinol. 2023. ENETS 2023 guidance paper for digestive neuroendocrine carcinoma. J Neuroendocrinol. 2023. European Medicines Agency. Lutathera — EPAR. Current EU indication for ^177Lu-DOTATATE. European Medicines Agency. Cabometyx — EPAR. Current EU indication including previously treated advanced well-differentiated pNET/epNET.

Δεύτερη γνώμη & αξιολόγηση ιατρικού φακέλου

Στις νευροενδοκρινείς νεοπλασίες, η θεραπευτική απόφαση συχνά εξαρτάται από τον συνδυασμό πολλών δεδομένων: της ακριβούς ιστολογικής ταξινόμησης, του grade και του Ki-67, της έκτασης και της βιολογικής συμπεριφοράς της νόσου, της λειτουργικής απεικόνισης και των θεραπειών που έχουν ήδη προηγηθεί.

​

Σε μια σύνθετη ή σπάνια περίπτωση, η συνολική επανεκτίμηση του ιατρικού φακέλου μπορεί να βοηθήσει στην επιβεβαίωση της διάγνωσης και στον σχεδιασμό των επόμενων θεραπευτικών βημάτων.

bottom of page