top of page

Μη Μικροκυτταρικός Καρκίνος Πνεύμονα (NSCLC)

Ακριβής διάγνωση · Σταδιοποίηση · Μοριακός έλεγχος · Εξατομικευμένη θεραπεία

Ο μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα (NSCLC) δεν αποτελεί μία ενιαία νόσο. Περιλαμβάνει διαφορετικούς ιστολογικούς τύπους, με συχνότερους το αδενοκαρκίνωμα και το πλακώδες καρκίνωμα, οι οποίοι μπορεί να έχουν διαφορετικά βιολογικά και μοριακά χαρακτηριστικά.

​

Η θεραπευτική στρατηγική καθορίζεται αρχικά από το στάδιο της νόσου —δηλαδή πόσο και πού έχει επεκταθεί—, αλλά σήμερα αυτό δεν αρκεί. Η ιστολογική διάγνωση, το μοριακό προφίλ του όγκου και βιοδείκτες που μπορούν να προβλέψουν ανταπόκριση σε συγκεκριμένες θεραπείες επηρεάζουν ουσιαστικά τις διαθέσιμες επιλογές.

​

Για τον λόγο αυτό, η αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει διαφορετικούς συνδυασμούς χειρουργικής, ακτινοθεραπείας, χημειοθεραπείας, ανοσοθεραπείας και στοχευμένων θεραπειών, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της νόσου και του συγκεκριμένου ασθενή.

Τι χρειάζεται να γνωρίζουμε πριν επιλεγεί η θεραπεία;

Η ίδια διάγνωση «καρκίνος πνεύμονα» μπορεί να οδηγήσει σε πολύ διαφορετική θεραπευτική στρατηγική. Πριν από μια σημαντική θεραπευτική απόφαση χρειάζεται να γνωρίζουμε με ακρίβεια την ιστολογία του όγκου — όπως αυτή περιγράφεται στην παθολογοανατομική έκθεση της βιοψίας — και το στάδιο της νόσου, δηλαδή πόσο εκτεταμένη είναι. Χρειάζονται επίσης τα αποτελέσματα ενός επαρκούς μοριακού ελέγχου και οι απαραίτητοι ανοσοϊστοχημικοί βιοδείκτες, όπως το PD-L1 και, ανάλογα με το θεραπευτικό πλαίσιο, το HER2 και το MET. Η σύγχρονη θεραπεία του NSCLC βασίζεται στη συνεκτίμηση όλων αυτών των δεδομένων, μαζί με τη συνολική κλινική εικόνα του ασθενούς, και όχι σε ένα μόνο χαρακτηριστικό του όγκου.

Ποιος τύπος μη μικροκυτταρικού καρκίνου είναι;

Ο μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα δεν αποτελεί μία ενιαία νόσο. Περιλαμβάνει διαφορετικούς ιστολογικούς τύπους, με συχνότερους το αδενοκαρκίνωμα και το πλακώδες καρκίνωμα, καθώς και ορισμένες λιγότερο συχνές μορφές. Η διάκριση γίνεται κυρίως από την εξέταση του υλικού της βιοψίας από τον παθολογοανατόμο.

Αδενοκαρκίνωμα

Ο συχνότερος τύπος NSCLC. Μπορεί να εμφανιστεί τόσο σε καπνιστές όσο και σε ανθρώπους που δεν έχουν καπνίσει ποτέ και συχνά παρουσιάζει μοριακές αλλοιώσεις που μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη θεραπεία.

Πλακώδες καρκίνωμα

Συνδέεται συχνότερα με ιστορικό καπνίσματος και παρουσιάζει διαφορετικά ιστολογικά και μοριακά χαρακτηριστικά από το αδενοκαρκίνωμα.

Άλλοι ή σπανιότεροι τύποι

Υπάρχουν λιγότερο συχνές μορφές NSCLC, στις οποίες μπορεί να απαιτείται πιο εξειδικευμένη παθολογοανατομική διερεύνηση για να προσδιοριστεί με ακρίβεια ο τύπος του όγκου.

Ποιοι βιοδείκτες πρέπει να ελέγχονται;

Στον NSCLC, η επιλογή θεραπείας δεν βασίζεται μόνο στην ιστολογική διάγνωση. Ο όγκος χρειάζεται να χαρακτηριστεί και βιολογικά, καθώς συγκεκριμένες μοριακές αλλοιώσεις ή η έκφραση ορισμένων πρωτεϊνών μπορούν να καθορίσουν ποια θεραπεία έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να είναι αποτελεσματική. Για τον λόγο αυτό, όπου είναι δυνατό, προτιμάται ένας ευρύς μοριακός έλεγχος αντί για διαδοχικές εξετάσεις ενός μόνο γονιδίου.

Μοριακός έλεγχος

Ο έλεγχος με τεχνολογία NGS μπορεί να αναζητήσει ταυτόχρονα πολλές διαφορετικές μεταλλάξεις. Ανάλογα με το στάδιο και το θεραπευτικό πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχουν αλλοιώσεις σε EGFR, ALK, ROS1, BRAF, MET, RET, NTRK, KRAS και HER2, ενώ νεότεροι και σπανιότεροι στόχοι, όπως οι NRG1 fusions, αποκτούν επίσης θεραπευτική σημασία. Δεν έχουν όλες αυτές οι αλλοιώσεις την ίδια σημασία σε κάθε στάδιο της νόσου, αλλά η ανεύρεσή τους μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την επιλογή ή την αλληλουχία των θεραπειών.

Ανοσοϊστοχημικοί βιοδείκτες

Παράλληλα με τον μοριακό έλεγχο αξιολογούνται πρωτεΐνες του όγκου με ανοσοϊστοχημεία. Το PD-L1 αποτελεί βασικό βιοδείκτη για τον σχεδιασμό της ανοσοθεραπείας, ενώ σήμερα θεραπευτική σημασία μπορεί να έχει και η έκφραση των HER2 και MET. Οι νεότερες κατευθυντήριες οδηγίες ενσωματώνουν πλέον την αξιολόγηση PD-L1, HER2 και MET μαζί με τον ευρύ μοριακό χαρακτηρισμό του όγκου.

Το HER2 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του γιατί χρειάζεται να διακρίνουμε διαφορετικούς τύπους βιοδεικτών: μπορεί να υπάρχει γενετική αλλοίωση του ERBB2/HER2, που ανιχνεύεται με μοριακό έλεγχο, αλλά και αυξημένη έκφραση της πρωτεΐνης HER2, που αξιολογείται με ανοσοϊστοχημεία. Πρόκειται για διαφορετικά ευρήματα με διαφορετικές θεραπευτικές προεκτάσεις.

Ιστός ή εξέταση αίματος;

Ο μοριακός έλεγχος μπορεί να πραγματοποιηθεί στο υλικό της βιοψίας και, σε κατάλληλες περιπτώσεις, με υγρή βιοψία, αναζητώντας κυκλοφορούν DNA του όγκου στο αίμα. Οι δύο μέθοδοι μπορούν να είναι συμπληρωματικές. Ένα θετικό αποτέλεσμα στο αίμα μπορεί να δώσει άμεσα χρήσιμη πληροφορία, ενώ ένα αρνητικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει απαραίτητα την ύπαρξη μιας μοριακής αλλοίωσης και μπορεί να χρειάζεται έλεγχος του ιστού.

Τα αποτελέσματα πρέπει να είναι διαθέσιμα πριν από τη θεραπευτική απόφαση

Ιδιαίτερα στην προχωρημένη νόσο, έχει σημασία να έχει ολοκληρωθεί ο απαραίτητος μοριακός και ανοσοϊστοχημικός έλεγχος πριν επιλεγεί η πρώτη θεραπεία. Η υψηλή έκφραση PD-L1, για παράδειγμα, δεν αρκεί από μόνη της για να αποκλειστεί η παρουσία μιας θεραπεύσιμης οδηγού μοριακής αλλοίωσης

Πώς επηρεάζει το στάδιο την επιλογή θεραπείας;

Το στάδιο δείχνει πόσο έχει επεκταθεί η νόσος και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες για την επιλογή θεραπείας. Στον NSCLC, όμως, το στάδιο από μόνο του δεν αρκεί. Ιδιαίτερα στα στάδια II και III, έχει σημασία αν ο όγκος μπορεί να αφαιρεθεί χειρουργικά, ποιοι λεμφαδένες συμμετέχουν και ποια είναι τα μοριακά και ανοσοϊστοχημικά χαρακτηριστικά του όγκου.

Πρώιμη νόσος

Όταν ο καρκίνος είναι εντοπισμένος και μπορεί να αφαιρεθεί πλήρως, η χειρουργική θεραπεία αποτελεί συνήθως τη βασική αντιμετώπιση. Σε ασθενείς που δεν μπορούν να χειρουργηθούν, η στερεοτακτική ακτινοθεραπεία μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική θεραπεία με ριζικό σκοπό. Ανάλογα με το στάδιο και τα χαρακτηριστικά του όγκου - που θα αποσαφηνιστούν στην παθολογοανατομική έκθεση -, μπορεί να χρειάζεται και συμπληρωματική συστηματική θεραπεία.

Εξαιρέσιμη νόσος σταδίων II–III

Σε αρκετούς ασθενείς η θεραπεία δεν ξεκινά πλέον απαραίτητα με το χειρουργείο. Μπορεί να προηγηθεί χημειοθεραπεία σε συνδυασμό με ανοσοθεραπεία και να ακολουθήσει η επέμβαση, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η συστηματική θεραπεία χορηγείται μετά το χειρουργείο. Η ύπαρξη συγκεκριμένων μοριακών αλλοιώσεων, όπως EGFR ή ALK, μπορεί επίσης να αλλάξει τη μετεγχειρητική στρατηγική και να οδηγήσει σε στοχευμένη θεραπεία.

Μη εξαιρέσιμο στάδιο III

Το στάδιο III δεν αποτελεί μία ενιαία κατάσταση. Όταν η νόσος δεν είναι κατάλληλη για χειρουργική αφαίρεση, η χημειοθεραπεία και η ακτινοθεραπεία αποτελούν συνήθως τη βάση της θεραπείας, με επακόλουθη συστηματική θεραπεία ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του όγκου. Για παράδειγμα, σε όγκους με συγκεκριμένες μεταλλάξεις EGFR, η θεραπευτική στρατηγική μετά τη χημειοακτινοθεραπεία διαφέρει από εκείνη του NSCLC χωρίς τέτοια μοριακή αλλοίωση.

Ολιγομεταστατική νόσος

Σε ορισμένους ασθενείς η νόσος έχει εξαπλωθεί εκτός του πνεύμονα, αλλά μόνο σε περιορισμένο αριθμό εστιών. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται ολιγομεταστατική νόσος και δεν αντιμετωπίζεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο όπως η εκτεταμένη μεταστατική νόσος. Σε προσεκτικά επιλεγμένους ασθενείς μπορεί να συνδυαστεί η συστηματική θεραπεία με τοπική αντιμετώπιση των γνωστών εστιών, συνήθως με στερεοτακτική ακτινοθεραπεία ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, χειρουργική θεραπεία. Η επιλογή εξαρτάται από τον αριθμό και τη θέση των μεταστάσεων, τη βιολογία του όγκου, την ανταπόκριση στη συστηματική θεραπεία και τη συνολική κατάσταση του ασθενούς και χρειάζεται πολυεπιστημονική αξιολόγηση.

Μεταστατική νόσος

Όταν η νόσος έχει εξαπλωθεί σε απομακρυσμένα όργανα, η συστηματική θεραπεία αποκτά κεντρικό ρόλο. Η επιλογή μπορεί να περιλαμβάνει στοχευμένη θεραπεία, ανοσοθεραπεία, χημειοθεραπεία ή συνδυασμούς τους και εξαρτάται καθοριστικά από το μοριακό προφίλ του όγκου, την έκφραση PD-L1 και τη συνολική κατάσταση του ασθενούς.

Πώς επιλέγεται η θεραπεία στη μεταστατική νόσο;

Στη μεταστατική νόσο, το στάδιο από μόνο του δεν αρκεί για να επιλεγεί η θεραπεία. Η πρώτη κρίσιμη διάκριση είναι αν ο όγκος διαθέτει μια μοριακή αλλοίωση για την οποία υπάρχει ειδική στοχευμένη θεραπεία. Για τον λόγο αυτό, ο απαραίτητος μοριακός και ανοσοϊστοχημικός έλεγχος πρέπει, όπου είναι εφικτό, να έχει ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη της πρώτης συστηματικής θεραπείας.

Όταν υπάρχει στοχεύσιμη μοριακή μετάλλαξη

Σε όγκους με συγκεκριμένες οδηγούς μοριακές αλλοιώσεις — όπως EGFR, ALK, ROS1, BRAF V600E, MET exon 14 skipping, RET, NTRK ή HER2 — η θεραπεία μπορεί να κατευθυνθεί ειδικά προς την αντίστοιχη μετάλλαξη. Σε αυτές τις περιπτώσεις η στοχευμένη θεραπεία μπορεί να αποτελεί την προτιμώμενη αρχική προσέγγιση, ανεξάρτητα από την έκφραση του PD-L1.

Όταν δεν υπάρχει οδηγός μετάλλαξη

Όταν δεν εντοπίζεται μοριακή αλλοίωση που να κατευθύνει σε συγκεκριμένη στοχευμένη θεραπεία, η επιλογή βασίζεται κυρίως στην έκφραση του PD-L1, στην ιστολογία του όγκου και στη συνολική κλινική εικόνα του ασθενούς. Ανάλογα με αυτά τα χαρακτηριστικά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ανοσοθεραπεία μόνη της ή σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία, καθώς και άλλες σύγχρονες θεραπευτικές στρατηγικές.

Το PD-L1 δεν πρέπει να αξιολογείται απομονωμένα

Ακόμη και πολύ υψηλή έκφραση PD-L1 δεν υποκαθιστά τον μοριακό έλεγχο. Ορισμένοι όγκοι με οδηγούς μεταλλάξεις μπορεί επίσης να εκφράζουν υψηλά επίπεδα PD-L1, αλλά να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικότερα αρχικά με στοχευμένη θεραπεία. Για παράδειγμα, οι τρέχουσες οδηγίες δεν συστήνουν μονοθεραπεία με ανοσοθεραπεία ως πρώτη γραμμή σε ασθενείς με ενεργοποιητικές μεταλλάξεις EGFR, ανεξάρτητα από το επίπεδο PD-L1.

Η θεραπεία δεν παραμένει ίδια σε όλη την πορεία της νόσου

Η θεραπευτική στρατηγική επανεκτιμάται όταν η νόσος ανταποκρίνεται, παραμένει σταθερή ή παρουσιάζει πρόοδο. Η θέση και ο τρόπος της υποτροπής, οι προηγούμενες θεραπείες, οι μηχανισμοί αντοχής και η γενική κατάσταση του ασθενούς μπορούν να επηρεάσουν την επιλογή της επόμενης θεραπείας. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί νέα βιοψία ή επαναληπτικός μοριακός έλεγχος, ιδιαίτερα όταν η πληροφορία αυτή μπορεί να αλλάξει την επόμενη θεραπευτική απόφαση.

Συχνές Ερωτήσεις

Επιστημονικές πηγές & κατευθυντήριες οδηγίες

Puri S, Ismaila N, Azar IH, et al. Therapy for Stage IV Non–Small Cell Lung Cancer With Driver Alterations: ASCO Living Guideline, Version 2026.3.2. J Clin Oncol. 2026. doi:10.1200/JCO-26-01479. Reuss JE, Ismaila N, Abu Rous F, et al. Therapy for Stage IV Non–Small Cell Lung Cancer Without Driver Alterations: ASCO Living Guideline, Version 2026.3.2. Updated May 28, 2026. Rami-Porta R, Nishimura KK, Giroux DJ, et al. The International Association for the Study of Lung Cancer Lung Cancer Staging Project: Proposals for Revision of the TNM Stage Groups in the Forthcoming Ninth Edition of the TNM Classification for Lung Cancer. J Thorac Oncol. 2024;19(7):1007–1027. doi:10.1016/j.jtho.2024.02.011. Daly ME, Singh N, Ismaila N, et al. Management of Stage III Non–Small Cell Lung Cancer: ASCO Guideline Rapid Recommendation Update. J Clin Oncol. 2024;42(25):3058–3060. doi:10.1200/JCO-24-01324. Iyengar P, All S, Berry MF, et al. Treatment of Oligometastatic Non-Small Cell Lung Cancer: An ASTRO/ESTRO Clinical Practice Guideline. Pract Radiat Oncol. 2023;13(5):393–412. doi:10.1016/j.prro.2023.04.004. Wakelee H, Liberman M, Kato T, et al. Perioperative Pembrolizumab for Early-Stage Non–Small-Cell Lung Cancer. N Engl J Med. 2023;389:491–503. doi:10.1056/NEJMoa2302983. Tsuboi M, Herbst RS, John T, et al. Overall Survival with Osimertinib in Resected EGFR-Mutated NSCLC. N Engl J Med. 2023;389:137–147. doi:10.1056/NEJMoa2304594. Wu YL, Dziadziuszko R, Ahn JS, et al. Alectinib in Resected ALK-Positive Non–Small-Cell Lung Cancer. N Engl J Med. 2024;390:1265–1276. doi:10.1056/NEJMoa2310532. Spigel DR, Faivre-Finn C, Gray JE, et al. Five-Year Survival Outcomes From the PACIFIC Trial: Durvalumab After Chemoradiotherapy in Stage III Non-Small-Cell Lung Cancer. J Clin Oncol. 2022;40(12):1301–1311. doi:10.1200/JCO.21.01308. Lu S, Kato T, Dong X, et al. Osimertinib after Chemoradiotherapy in Stage III EGFR-Mutated NSCLC. N Engl J Med. 2024;391:585–597. doi:10.1056/NEJMoa2402614.

Επικοινωνία

Για πληροφορίες σχετικά με ραντεβού ή επικοινωνία:

bottom of page